Μετά από 17 studio albums και 27 περιοδείες, οι μισές εκ των οποίων παγκόσμιες, τα 106 λεπτά του Burning Ambition είναι μάλλον λίγα για να θυμηθείς ή να μάθεις περισσότερα για μια μπάντα που έγινε πολιτιστικό φαινόμενο εφαρμόζοντας ένα δικό της «δόγμα του σοκ».
Στο ντοκιμαντέρ που προβάλλεται από την Πέμπτη 14 Μαΐου, η αφήγηση ξεδιπλώνεται από το Λονδίνο του ’70 και φτάνει μέχρι σήμερα, εξετάζοντας πώς μια ιδέα –πανκ ενέργεια με classic rock κιθάρες– μπορεί να ταξιδέψει μακριά, σε πείσμα των αλλαγών προσώπων και μουσικών ιδιωμάτων.
Από τις παμπ του East End στη γέννηση ενός ήχου
Η αφετηρία είναι μια πόλη που βράζει κοινωνικά και οικονομικά, με την ανεργία, τις απεργίες και την αίσθηση παρακμής να διαμορφώνουν το υπόβαθρο. Την ώρα που το punk εκρήγνυται, σε μικρές σκηνές και παμπ, γεννιέται η μπάντα που δεν προσπαθεί να ακολουθήσει τις τάσεις, αλλά να χτίσει κάτι παράλληλο.
Ο Steve Harris είναι ο οραματιστής μουσικός που θέτει τις βασικές αρχές, με τη σταθερή πίστη ότι το συγκρότημα μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της τοπικής σκηνής και να παίξει στις μεγάλες αρένες χωρίς να υποκύψει στα κελεύσματα των καιρών (π.χ. τα κοντά μαλλιά και τα φανταχτερά ρούχα).
Η φωνή που άλλαξε την κατεύθυνση
Όπως θα δεις, η πρώτη περίοδος των Maiden έχει ένταση και ακατέργαστη ενέργεια. Ο Paul Di'Anno δίνει στον ήχο του συγκροτήματος ένα πιο ωμό, σχεδόν αντιεμπορικό προφίλ, που ταιριάζει με το χάος των πρώτων ετών. Η αφηγηματική γραμμή περνά στη συνέχεια στην αλλαγή που φέρνει ο Bruce Dickinson, μια φωνή που μεταμορφώνει τον ήχο σε κάτι πιο ευρύ, πιο θεατρικό και πιο ελκυστικό για τις μάζες. Από εκεί και μετά, η πορεία είναι σταθερά ανοδική, με συνεχείς κυκλοφορίες που χτίζουν έναν παγκόσμιο brand.
Λιβανιστήρι; Καμία σχέση. Το Metallica: Some Kind Of Monster, φερειπείν, έχει και τις σκοτεινές στιγμές της μπάντας, αλλά οι Maiden ήταν διαφορετικοί, πιο «καθαροί», πιο επαγγελματίες, από πιο νωρίς. Αν κάτι κάνει καλά το ντοκιμαντέρ είναι να ρίξει φως στις μεταβάσεις, γιατί έτσι απαντάει στο βασικό ερώτημα «πώς έφτασαν τόσο ψηλά», μεσουρανώντας για μία δεκαετία (του ’80) και απολαμβάνοντας μια σταθερή σχέση (άλμπουμ κάθε 4-6 χρόνια) με το κοινό τους έκτοτε.
Είναι αυτά τα σημεία καμπής, όπως η επιστροφή του Dickinson μετά την αποχώρησή του, που σφυρηλάτησαν τους Maiden και τους έκαναν το μεγαλύτερο όνομα του heavy metal. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε μεμονωμένα γεγονότα αλλά στη διαδικασία.
Από εκεί και πέρα, οι Iron Maiden δεν παρουσιάζονται ως απλοί δημιουργοί μουσικής, αλλά ως πυρήνας μιας παγκόσμιας κοινότητας που έχει χτιστεί από αυτούς και γύρω από αυτούς. Φανατικοί οπαδοί από διαφορετικές χώρες μιλούν για το συγκρότημα με τρόπο σχεδόν προσωπικό, σαν η μουσική να έχει γίνει κομμάτι της δικής τους ταυτότητας. Ανάμεσά τους και περσόνες (Javier Bardem , Chuck D, Lars Ulrich) που λειτουργούν περισσότερο ως fans παρά ως σχολιαστές.
Μια ιστορία διαρκείας, όχι στιγμών
Η αφήγηση περνά και μέσα από στιγμές περιοδειών που έχουν σχεδόν ιστορικό χαρακτήρα. Ξεχωρίζει η εμπειρία από εμφανίσεις στην Πολωνία, «πίσω» από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, όπου η μουσική λειτουργεί σαν ξέσπασμα. Εκεί, το κοινό δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως θεατής, αλλά ως μέρος μιας κοινωνικής εκτόνωσης. Η εικόνα ενός πλήθους που αντιδρά με ένταση μπροστά σε στρατιωτική παρουσία αποτυπώνει την κοινωνική διάσταση που αποκτά η μουσική τους.
Η ταινία δίνει επίσης χώρο σε στιγμές εσωτερικής έντασης, χωρίς να σταματά σε αυτές. Οι τριβές σχετικά με τον ρόλο των μελών στη σκηνή και οι αναποδιές παρουσιάζονται όχι ως εμπόδια, αλλά σαν κομμάτια μιας φυσικής εξέλιξης. Δεν είναι δραματικά επεισόδια, αλλά αναπόφευκτες στάσεις σε μια μεγάλη διαδρομή που συνεχίζεται.
Στο σύνολο του, το Burning Ambition δεν στέκεται μόνο στην πορεία ενός συγκροτήματος, αλλά σε κάτι ευρύτερο: στον τρόπο που μια μουσική ιδέα μπορεί να εξελιχθεί σε παγκόσμιο φαινόμενο, με έμφαση στη διάρκεια, στη συνέπεια και στη σχέση με ένα κοινό που λειτουργεί ως συνοδοιπόρος. Και η εικόνα που μένει είναι αυτή μιας μπάντας που κινείται διαρκώς, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την αρχική της κατεύθυνση. Μια διαδρομή που δεν βασίζεται στην προσαρμογή στις τάσεις, αλλά στη δημιουργία ενός δικού της χώρου μέσα στη μουσική ιστορία.